G3

Την ώρα που με έπιασεν η γενέκα μου τηλέφωνο ήμουν δουλειά.

«Κάτι σοβαρό εσυνέβηκε, πρέπει να μιλήσουμε» είπε μου, τζαι η φωνή της ήταν φτανή τζαι έτρεμε. Ίσια εκοπήκαν τα πόθκια μου. «Χριστέ μου, το μωρό εσκέφτηκα»

Έκατσα στον καναπέ, στην είσοδο του γραφείου, εν με ενδιέφερε αν θα με άκουε κανένας, ας ελαλούσαν ότι εθέλαν, τζαι αν ενοχλήτουν κάποιος, ας έπιννε ξύδι να του περάσει. «Τι έγινε» ερώτησα «τι επάθετε;»

«Άκουσα πυροβολισμούς» είπε μου τζαι εκατάλαβα ότι εγεμώσαν τα μάθκια της. «Άκουσα πυροβολισμούς.» επανέλαβε τζαι επροσπάθησε να ισιώσει την φωνή της τζαι να συνάξει όση λογική της είσιεν απομείνει. «Κάποιος έπαιξε την οικογένεια του μες το χωράφι απέναντι. Την γενέκα του, τα μωρά του. Έπαιξε τους τζαι μετά επαίχτηκεν.»

«Το μωρό μας εν καλά;» ερώτησα. Η φυσική αντίδραση, κάθε γονιού, μόλις ακούσει ότι κάτι κακό εσυνέβηκε, οπουδήποτε. Να ρωτήσει αν εν καλά το κοπελλούι του. «Εν καλά το μωρό, εν καλά. Εν κάτω με την γιαγιά.» απάντησε μου.

«Έρκουμαι» είπα τζαι έκλεισα το τηλέφωνο. Εσύναξα τα πράματα που το γραφείο, είπα θκυό κουβέντες μισές του μάστρου μου. Ούτε καν θυμούμαι πως το εξήγησα, πως το είπα. «Κάτι έγινε σοβαρό, πρέπει να φύω, κάποιος επαίχτηκε έξω που το σπίτι μας.»

Ο νούς μου εζόφφωσεν, όπως το τζιάμι αυτοκινήτου, τα πρωινά του σιειμώνα. Οδήγουν όπως τον πελλό, έβαλλα τα με τον κόσμο που εκαθυστερούσε. Όσον το εσκέφτουμουν, παραπάνω με επείραζε. Έξερα ότι οι δικοί μου εν εντάξει, αλλά εν εμπορούσα να αποδεχτώ ότι κάποιος άνθρωπος εσύκωσε το όπλο τζαι έπαιξεν ένα μωρό. Το μωρό του.

Έθελα να το εξηγήσω, να δώκω μια λογική εξήγηση, τουλάχιστον να έβρω μια ελπίδα, να την δώ με τα μάθκια μου. Εν γίνεται να εφτάσαμε ως δαμέ.

Τζαι όμως γίνεται. Πάντα εγίνετουν, απλά εγίνετουν μακριά μας τζαι εθωρούσαμεν το που νέα τζαι μετά εσυνεχίζαμεν την ζωή μας. Τωρά που εν δίπλα μας, έξω πόσσω μας; Στο χωράφι που παίζουν τα κοπελλούθκια μας;

Εκόντεψα στην σκηνή τζαι άκουσα τους γείτονες να διούν τες δικές τους ερμηνείες. Μεσήλικες σε ρόλο συντονιστή, που εξηγούσαν σε ούλλους το τι εσυνέβηκε τζαι τες τραγικές λεπτομέρειες. Εικοσάριες που το επήραν στο αστείο τζαι εκάμναν πασιαμά, ίσως επειδή η ηλικία επιβάλλει τους να το παίζουν σκληροί τζαι ωραίοι τζαι ότι εν τους επηρεάζει τίποτε. Κοτζιάκαρες που ερωτούσαν ποιος ένει, τζαι τείνος ένει, τζαι επροσπαθούσαν να ανακαλύψουν αν εν συγγενείς με κάποιον που ξέρουν.

Μια σακκούλλα εξεπρόβαλλε που το καντούνι τζαι στο χωράφι εστήσαν ένα φράχτη με πράσινο ττέλλι. Αστυνομία παντού, θόρυβος, γνώμες. Εγεμώσαν τα μμάθκια μου, εφκιέρωσεν η ψυσιή μου, εμούθκιασεν ο νούς μου. Εν ξερώ αν μπορώ να ξεμουθκιάσω.